Τετάρτη 4 Ιουλίου 2018

jim beam.

Ένα jim beam με κάμποση
κόκα κόλα, είπε
και το ήπιε με τρεις γουλιές.
Τον κορόιδεψα από μέσα μου
και του ετοίμασα το επόμενο.
Ήταν 8 το απόγευμα,
φορούσε ένα απαίσιο μπουφάν
κι έμοιαζε με πατέρα
κάποιου ηλίθιου παοκτζή.
Μίλησε για λίγο στο τηλέφωνο,
είπε
τι φαγητό έχει; α καλά,
ακόμα έχεις έλλειψη φαντασίας.
Ήπιε το τρίτο και με πλήρωσε
με πενηντάευρο.
Τον έβλεπα να φεύγει,
ένα ακόμα γεγονός
που αύριο δε θα θυμάμαι,
μια συνομιλία
που μας κόστισε 18 ευρώ
και δυο τέταρτα ζωής.
Αναστέναξα,

σβήνοντας το τσιγάρο μου στο πάτωμα
με τα καινούρια μου
σνίκερς παπούτσια
και μάζεψα το τραπέζι του
σε όσο χρόνο διαρκεί
ένα σύντομο κατούρημα.










κολαζ

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

οι ελπίδες μου.

Οι ελπίδες μου
για μένα,
είναι σα τους εργάτες
που ξυπνάν τα ξημερώματα
και μέσα στη νύχτα ακόμα,
στέκονται στις γωνίες των δρόμων
και περιμένουν ένα αμάξι
να τους πάει στη δουλειά.
Είναι σα παγωτατζήδες
σε καντίνες το καλοκαίρι
που πληρώνεις για να πάρεις
μια γεύση υγρασίας το μεσημέρι.
Είναι μικρές 
αναμονές ανάσας,

στα πεζοδρόμια της πόλης
που ζούνε εργατικά ελπίζοντας
λιγάκι στον εαυτό τους.



εδώ ο barba.dee.
(που τον ευχαριστώ γι αυτο το προσωπικό gif-δώρο)

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

βετζινάδικο σελ.

σταματήσαμε
στο ευθύγραμμο βενζινάδικο της γειτονιάς σου
για να καπνίσουμε,
δυο μουσικοί
γλύφουν τα όργανά τους στη γωνία απέναντι.
τον ήχο τους
θα τον φτύσω με φλέμα
στο νιπτήρα του σπιτιού τους
μόλις τελειώσω το τσιγάρο μου
σαυτό το ευθύγραμμο βενζινάδικο shell.
δε μαρέσει νακούω τα ίδια,
και τα ίδια
και τα ίδια
ερωτικές απογοητεύσεις
προτζεκτάκια, η μαμά που πάλι
σας πιέζει απο το τηλέφωνο, η δουλειά
πολύ κουραστική φαντάζομαι κι ένας γνωστός
που έκανε κάτι το αστείο.
στη θεσσαλονίκη
ο αέρας μετακινεί σακούλες τζάμπο
πάνω στα πεζοδρόμια.

Λοιπόν βαρέθηκα, σαυτό το βετζινάδικο
κιαν δε φύγουμε αποδώ
θα του βάλω φωτιά
και θα πεθάνουμε όλοι.
αυτό δε βολεύει και πολύ.
αύριο πρέπει να πάω στο ρεζι για δουλειά
που να ψάχνει η Σω να βάλει άλλον.

ξεκινήσαμε για να φύγουμε,
το ραδιόφωνο πιάνει μόνο λαϊκά σκυλάδικα
και μια ορχήστρα από κάπου στη γερμανία
στη τελευταία στροφή
γύρισα να κοιτάξω τους μουσικούς
στη γωνία απέναντι.
υπήρχαν μόνο σάλια στο πεζοδρόμιο
και ο ήχος τους
πρέπει να ήταν πια αυτό το κίτρινο
παπάκι που επέπλεε
σε μια λίμνη πετρελαίου
από δίπλα.











Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

παρακάλια.

τις τσιμεντένιες μας ζωές
να τις ποδοπατήσουμε λέω, με 
κόκκινα καουτσουκ παπούτσια πλαστικά
ανακυκλώσιμοι,
στα μυαλά μας τα σπιρτόκουτα
που καίμε τις σκέψεις μας τις καλύτερες
με αναπτήρες κάπου στις 5 το πρωί.
να
πιούμε με σφηνάκι τα
στραβά χαριτωμένα μας χαμόγελα,
αυτά που μας είπαν μετά απο γαμήσια
πως μας ομορφαίνουν και
με ασανσέρ να κατέβουμε
στο σινεμά των τεκτονικών πλακών
του εδάφους να πάμε,
για να γελάσουμε υστερικά
και να χορέψουμε τόσο αργά

με μάτια που χαϊδεύουν τα δάχτυλά
των άλλων και με δάχτυλα,
που σφουγγαρίζουν τους μανδύες
των ματιών μας,
ναφηγηθούμε τα παρελθόντα μας
σε μέλλοντα χρόνο 
με ψέμματα και φαταλιστικούς
αναστεναγμούς.
να αποθεώσουμε το ανόημα
του χρόνου πάλι, και να ορκιστούμε
αιώνια καθημερινή αυτοκτονία
στο καναπέ του λιβινγκ ροομ
ανάμεσα από καλοριφέρς και πολυθρόνες.
να κατουρήσουμε τις καρέκλες και τα κρεβάτια
αναγκασμένοι να κουβαλάμε 
τα σλιπινγκ μπαγκς σε στάσεις λεωφορείων
σε μπανιέρες ψυχιάτρων, σε καταπακτές εκκλησιών
και σε θέατρα.
τη καλύτερη παράσταση πρέπει να δώσουμε
ουρλιάζοντας, το μονόλογο του ύπνου
το μανιφέστο του αυνανισμού
τον εθνικό ύμνο της τυχαιότητας
την προσευχή της αμαρτίας.

ναι,
να τα κάνουμε όλα αυτά
γιατί βαρέθηκα πολύ
τα ίδια και τα ίδια.
Κιαν πάλι, εσύ είσαι κουρασμένος σήμερα
πάμε να μου κάνεις έρωτα,μόνο τότε 
τα ξεχνάω όλα αυτά 
τα παρακάλια.



Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017

μπαρς και μυρμηγκοφωλιές.

γουλιές και σταγόνες νύχτας στα
μπαρς
δεκαξι βήματα κάτω από τη γη
τα μυρμήγκια τραγουδάνε
για τα ανθρώπινα δικαιώματα
παρόλαυτα
πεθαίνουνε συνήθως 
απο σόλες αθλητικών παπουτσιών,
είμαστε ηφαίστεια
καυτών ιδεών
παρόλαυτα
πεθαίνουμε συνήθως
πάνω σε βουνά παγωμένης βότκας.
έσταξα και σήμερα 
πάνω στο μέτωπό σου
τα κόκκινα μου σάλια.

στην οδό Γιαννιτσών πάλι
οι πουτάνες κουνάνε λευκές σημαίες
με τα λευκά τους μούτρα παγωμένες
μες στη βότκα, μες στη κο
καταλάθως κοίταξα μια στα μάτια
πριν πάω σε κανα μπαρ,
να κοκκινίσω το στόμα μου 
με καμπάρι κι έρωτα.

μέχρι να φτάσω πάτησα σίγουρα 
κάμποσα μυρμήγκια
μα δεν ένοιωσα τίποτα.
έκατσα κανα δίωρο
και πήγα σπίτι,
δεν ήταν η μέρα μου απόψε.





Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017

γαρείδες;

Άνια έλα
έχει να φάμε γαριδομακαρονάδα,
δεν είναι πολύ καλή
για την ακρίβεια
είναι μια θαλασσινή αποτυχία,
ένα σωσίβιο που τρύπησε
και μπορεί και να μας πνίξουν
όλα αυτά

έλα να βουτήξουμε με το ένα μας χέρι
που κλείνει σφιχτά τις μύτες
δε θα πάρουμε μυρωδιά
το πότε θα τη φάμε.

και σκασμένες μετά να πάμε για δουλειά
γρήγορα πάμε γρήγορα,
όλοι αυτοί

πάλι διψάνε.


Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

χωρίς.

ανάμεσα στο σε θελω
και στο θαθελα ,υπαρχει ενα τζιντονικ δρομος αναμεσα
στοσε μενα και στο ποτο μου υπαρχει ενας μαλακας
που κανει τη δουλεια του σαν δημοσιος υπαλληλος
θελει απο μενα
ακομα και λογαριαμο δεης
για να μεμε θυσει

αποψε κοιταω παλι πανω
μα βλεπω για αλλη μια φορα τις σολες
απτα παπουτσια μου
να χαιδευουνε το σφυριγμα ενος σκατογερου
που κοιτάει γυμνούς ασταγάλλους γυναικών

χθές ειδες στον ύπνο σου ένα περιστερι
βρωμερο να με απολαμβανει τριβόταν
στα πόδια μου
οι φτέρνες μου γίναναν γωμολάστιχες
πρέπει να φοράω καλύτερα παπούτσια πρέπει
να πατάω βαθύτερα στο έδαφος
 είδα στον ύπνο μου πως πέθανα

γεννιέμαι ντυ μένει με ταγέρ
και με σερβίρει ένας μαλάκας
τζιν τόνικ στυμμένο
με κάμποσο πάρτα
πάλι

όταν λοιπόν θα σταματήσω αυτό
το παιχνίδι μετα αλκοολ και όνειρα
θα ξυπνήσω
νυσταγμένη μες στη νύχτα
και τότε
αυτός ο σκατόγερος θαχει
βιασει όλα τα περιστέρια
κι ολοι οι δημόσιοι υπαλληλοι
θαχουν παραιτηθει.

όταν θα φυγω αποδω
όλα θαναι λογικά λογικότατα,
ένα ακόμα σπίτι ενα ακόμα μαγαζι
κώμα χρόνου
μια ακόμα
γλυκιά θεσσαλονίκη.



-



.(κακογραμμένο κακομεθυσμένα κάποιο βράδυ με αφορμή αυτό το φοβερό
χου αμ αι κιντινγκ. ευτυχως μου το θύμισε την επομένη και ξαναδιάβασα και το αυτο και το εκείνο.)

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

υγρο·ποίηση.

Οταν ο ήλιος μας καίει
                             και μεις
                             λιώνουμε · τουλάχυστον
τα υγρά ανακατεύονται πιο εύκολα
                                      πιο εύκολα
κι εμείς ανακατευόμενοι γινόμαστ1.
Στο ντεμί της μέρας
       φουλ καναπεδίσια ρευστότητα
       και σεξτρεμιστικοί σε ξάτμιση.
Κι όταν φωτίζει τάλλο -δηλαδή
το φεγγάρι,
εκεί που το αλκόολ της τόσης
                            αφυδάτωσης
μας χαϊδεύει στα σβέρκα
ε τότε,
σαν σε ποτήρια
χυνόμαστε πάνω σε κρεβάτια αφρολέξ
με ιδρώτα να φουσκώσουν.
Αυτά τα ολοήμερα
πολύ ταπολαμβάνω

κι όταν θα πηγαίνουν όλοι θάλασσα
να δροσιστούν εντέλει,
μεις θα τελειώνουμ αχόρταγα
τα καλαμάκια
όλων των σουπερ μάρκετς.





Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

καβλοκαίρι.

Σηκώνομαι
από κομένες γκαβλωμένες α νάσαι κι αποκομμένες,
από το κόζμο σκέπσεις και σηκώνομαι.
Πολύ υγρασία στη μπόλη
πολύ κη γρασία η δικιά μου.
μπερδέψ αμε τη συγρασίες μας σαναλέμε.
Στο απέναντι μπαλκόνι,
η απέναντη πάλι σκου πήζει.
παραδίπλα στη σειρά δέκασέξυ βρακιαπλωμένα
ολόιδια μεταξύ τους,
εντωμεταξύ
γω βγαίνω στο μπαλκόνι να στεγνώσω
-οχι τίποτα παράλογο.
Η γειτόνισσα που σκουπeasy με κοιτάει με παράπονο,
σανα ζηταουτς
εναε βρω ευτυχία.η ματιά της θυμίζει
αμάνικους στα κτελ που κλαίν
κι εμείς κλάιν μάιν.
της απανταν τα μάτια μου επιθετικά
του τύπου
άντε ρωτεύσου με κανα τύπο.
μπαίνω υγρή ακόμα στο σαλόνι,
γιατί πάλι πρέπει να πάω στη δουλεία.
κει που ανάμεσα σε μπύρες και αναπτήρες
θα γράφω πίσω από κομμένες αποδείξεις
αποκομμένες αποδείξεις αγάπης γιασε.
κει που στο τέλος της βάρδιας,
της ταμιακής το ζήτα μου θα βγαίνει
πάντα μικρότερο από τα πόσά
που θαχω πάρει.




Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

ΑΧΤΙΤΛΟ νύχτας.

στου μπαρ τη μπάρα ναράζω
ναραδειάζω λέξεις στα φωτιστικά
κι αστεία χωρίς χιούμορ στα χάρτινα σουπλά.
μια μπύρα πέφτει απλά κάτω
ξεχύνω μαζί της τα μπράτσα μου στο πάτωμα
και πέφτω 
πέφτω,
και πέφτω χαμηλά
δίπλα στα creepers μιας γκόμενας
που μάλλον χαζη θαναι κι αυτή.
μοιάζει μάλλον να θέλει ναναι μ'άλλον απο τον άλλον πουναι.
αρχίζω να τρυπώ τις σόλες με στυλό.
-γεμίζοντας τα creepers της με creepy τρύπες-

κιέχω το κινητό μου στη κωλότσεπη βαθιά
κιαφτό μαυτά κιαυτά εφτά φορές δονείται,
γκαβλωμένη το βάζω μέσα μου βαθιά
μεφτά καυτά δάχτυλα και χύνω.

η μπάρα γεμίζει με υγρά
απτους πάτους ποτηριών άτσαλα γεμισμένων
κι ο μπάρμαν φίλος βγάζει το βετέξ.
-γιατί τα βετέξ ναναι πάντα ή μπλε ή κίτρινα ή ροζ(;)-
θαθελα και γω λίγο βετέξ
κύριε μπάρμαν παρακαλώ
να με σκουπίσω.

στη δίπλα παρέα κάτι γνωστοί πουχω βαρεθεί να βλέπω
τελείως μαλάκες
σίγουρα δε ξέρουν πως να μιλαν
ούτε στη γκόμενά τους ούτε στη μάνα τους
και που το μόνο βιβλίο πουχουν διαβάσει
ναναι τα άπαντα του παςγιάννενα
μου ζηταν τσιγάρο
και φεύγω γρήγορα απο το μπαρ να μη τους βλέπω

κοιτώ το κινητό με την άκρη του ματιού μου πουναι 
στη γωνία στο τραπέζι στο σαλόνι.
με κοιτά κι αυτό περίεργα.
μου ζητά να του πατήσω τα κουμπιά και να σε πάρω
σεξω ξημερώνει και 2 βρωμοπετούμενα πόλης
τραγουδάνε φάλτσα το δικό τους το κελάηδισμα.
βγάζω τα ρούχα μου και πέφτω βαριά στο στρώμα
ξαπλώνω κι ένας ηλίθιος ήχος ακούγεται στο σπίτι
α το κινητό μου.

μερικές φορές
ταφήνω να χτυπάει λίγο παραπάνω,
οχι για το κόλπο φυσικά,
μα για να χαμογελάσω λίγα δεύτερόλεπτα ακόμα.










Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

άχτιτλο2.

ένα σκυλί με ακολούθησε
στο δρόμο για το σπίτι.
σχεδόν με φλέρταρε απο τα δυο μέτρα
με γλυκοκοιτούσε αχόρταγα

κι εγώ του χαμογέλασα.
ο,τι θέλει αυτός
αρκεί να μην αλλάξει γνώμη.

είμαι
αδέσποτη
που πάλι από την αρχή ,
είμαι
απότιστη
που πάλι μέχρι τέλους ,

κοίταξα τον σκύλο
που συνέχισε να με φλερτάρει.
μεφτασε στο σπίτι
κι έστριψε στη γωνία πάνω από το περίπτερο δεξιά βαθος

τον κοίταγα να φεύγει
και πλημμύριστηκα από μια ελπίδα
τόσο όσο 
σεχυσα τη τελευταία μου φορά,

αν ο άνθρωπος αποτελείται από 75 τοις εκατό νερό
οι ελπίδες και τα χύσια μου μαζι
θαναι στο 93,38 περίπου.

στη στροφή πριν στρίψει 
με κοίταξε κι αυτός
και σα να μου πε
"κοίτα να δεις
εγώ πουχω να πιω νερό τρεις μέρες
απόψε με ξεδίψασες".

μπήκα μέσα μα δε κλείδωσα,

σκέφτηκα πόσο θα ήθελα
όταν ξύπνησω το πρωί,
ναναι κι αυτός από δίπλα μου

πάλι διψασμένος.